Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

Χρόνε....

"Περίμενέ με ρε χρόνε μια φορά..."

"Τύχη. Γιατί κι αυτή χρειάζεται στη ζωή..."

"Βγάλε φωτογραφίες...Βγάλε..."

"Να είμαστε και του χρόνου εδώ. Να είμαστε όλοι εδώ. Αυτό."


Κάπως έτσι ακούστηκαν οι ευχές αυτό το βράδυ...Οι πιο κρίσιμες, οι πιο χαρακτηριστικές, οι πιο καινούριες.
Που δεν τις είπαμε έτσι άλλες χρονιές.

Γιατί χάσαμε ανθρώπους αυτή τη χρονιά. Με είδών θανάτους. Και χρειαζόμαστε την τύχη. Και να είμαστε μαζί. Να μη χαθούμε εμείς, που είμαστε ακόμη εδώ.
Αλλά βγάζουμε φωτογραφίες. Για να θυμόμαστε τα πρόσωπα. Και τις εκφράσεις. Κάπως. Αν ξεθωριάσει η μνήνη. Κάτι πάλι εκεί να ζωντανεύει την όποια πια ανυπαρξία. Ανυπαρξία αλλά ούτε ακριβώς. Γιατί αφού έχει κάτι υπάρξει πώς να διανοηθούμε την κάποτε μη ύπαρξή του και πώς να είναι όντως αυτή δυνατή;
Βγάζουμε φωτογραφίες γιατί δεν ξέρουμε αν κάποιος σε ένα χρόνο τέτοια μέρα δε θα είναι εδώ.
Και ξέρουμε, πως με τις φωτογραφίες λίγο λίγο ξεγελάμε τον χρόνο, ή εμάς μέσα σ αυτόν.
Κάτι να μείνει όπως ήταν. Χωρίς την αλλοίωση του χρόνου τα πρόσωπά μας χαμογελούν και  τα μάτια μας ανοιχτά και μεγάλα για κείνες τις στιγμές που θα είναι πια στάχτη ή λάσπη ή αέρας.

Σαν μέσα από αυτές τις φωτογραφίες να μας περιμένει για λίγο ο χρόνος. Με τόση επιθυμία να του φωνάζουμε "περίμενέ μας" και να γυρίζουμε πίσω τα ρολόγια, αφού εμείς τον ορίζουμε, όσο κι εκείνος εμάς ορίζει.
Γιατί χάσαμε και τις δουλειές μας αυτή τη χρονιά, και τα σπίτια μας, κι ανεβάσαμε και πίεση, και τους φίλους μας είδαμε κάτω από αρβύλες και γκλομπ, και κλάψαμε πολύ γιατί σταματήσαμε έστω και για λίγες στιγμές να βλέπουμε μπροστά στο μέλλον, και αγκαλιαστήκαμε πολλές φορές γιατί τρομάξαμε, και με ξένους ανθρώπους μοιραστήκαμε ένα πιάτο φαί, και σφίξαμε και τα χείλη δυνατά και με αίμα από την αδικία, και κρατήσαμε και το χέρι ενός αγνώστου για να μην πέσει, και αφήσαμε τον πιο κοντινό (ή μέσα) μας άνθρωπο, και αποχαιρετήσαμε αγαπημένους φίλους με πολλές βαλίτσες στα αεροδρόμια, και περπατήσαμε μέσα στα στενάκια μόνοι, και κρύψαμε με τις παλάμες μας το πρόσωπό μας, και δεν ξεχάσαμε, και μπορέσαμε να αγαπήσουμε ξανά.
Κι είμαστε πάλι εδώ, να επαναλαμβάνουμε και πάλι μια μια , ένα ένα συνήθειες και έθιμα, σαν πώς θα κρατηθούμε από αυτά, κι ο άγιος βασίλης πήρε πάλι το πρόσωπο κάποιου δικού μας και έφερε σε όλους μας δώρα, κι όλοι χαρήκαμε μπροστά σ αυτά, αλλά πιο πολύ όταν βουτήξαμε τα χέρια μας, τρία παιδιά, στη σοκολάτα, και ευχηθήκαμε να είναι τόσο νόστιμος κι ο χρόνος.

Δε θέλω να ξεχνάω, κι ούτε και θα ξεχάσω,
όμως αλλάζουν οι χρονιές, οι μήνες, και οι μέρες
κι εγώ βαρέθηκα να φοβάμαι τον χρόνο.

Μόνο καταφέρνω και του μιλώ.

Χρόνε....




Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2012

6 λέξεις

Τα μάτια σου έχουν γίνει δυό κόκκινες κουκκίδες
όλο το σώμα σου γέμισε πολύχρωμα φτερά
είσαι ένα πανέμορφο πουλί που πετάει
ολόκληρος ένας τόσο δα δρυοκολάπτης
και με το ανάγλυφο στόμα σου μεταμορφωμένο σε πελώριο λείο ράμφος
σε βλέπω τώρα
σαν τρελός θες να φτιάξεις τη φωλιά σου στις κουφάλες των δέντρων
μόνο που γίνομαι εγώ το δεντρό πια 
το ξύλο που θέλεις να ξεπεράσεις μα καταστρέφεις απλώς,
κολλάς το ράμφος σου στη σάρκα μου επάνω
μου προκαλείς πληγές, αναίμακτες τρύπες
έτσι που σκορπίζονται κάτω τα κομμάτια μου κι εγώ συνεχίζω να ζω.
Ακόμη στέκεσαι αντίκρυ μου όταν πέφτω να κοιμηθώ, η μικρή πτηνού ύπαρξή σου
το πρόσωπό σου μιλάει ή σωπαίνει καρφωμένο στο ταβάνι μου
-γιατί ποτέ δεν μάθαμε να κοιμόμαστε δίπλα.
Μου σφίγγεται το δέρμα, τόσο παράτερα οικεία η μόρφη σου και τόσο εσωτερικά ξένη,
προσπαθώ να τη σβήσω απ' το λευκό του δωματίου μου χρώμα
κι έτσι τοποθετώ σε όλες τις γωνίες και σε όλα τα όρια αυτού του μικρού χώρου κοφτερούς επικίνδυνους ανεμιστήρες και τους δίνω το ρεύμα.
Για να έρθει ο αέρας εκεί ψηλά
και να διαλύσει την αδιάκοπη εικόνα σου
σαν αυτή να υπάρχει μόνο ως καπνός 
και όχι ως μνήμη.
Όμως ο αέρας μόνο κινεί τα χαρακτηριστικά σου στο ταβάνι, χορεύει τα μαλλιά σου,  διαιρεί τις παγωμένες εκφράσεις σου
ώσπου σε ζωντανεύει πιο πολύ
και σε φοβάμαι
και κρύβομαι κάτω απ' το πάπλωμά μου τρομαγμένη 
όπως τότε που κρυφτήκαμε κάτω από εκείνο το τραπέζι, σαν να κρυβόμαστε απ' το μέλλον.
Όμως μας βρήκε το μέλλον
κι εγώ τώρα μαζεύω τα κομμάτια μου από κάτω και τα βάζω στην αρχική τους θέση, 
μπαλώνομαι και φαίνονται οι ραφές.
Μα, λίγο πριν γίνει κι αυτό το μέλλον μια εντοιχισμένη εντός μας λήθη, θα νιώσω πάλι πάνω απ το σώμα μου το πρόσωπό σου, θα διακρίνω σαν βουητό μια απ' το τελευταίο σου δάκρυ ετοιμόρροπη ίνα, και πώς θα κρεμιέται σαν ακροβάτης επάνω της εκείνη η κάποτε στιγμή του μαζί και της απεραντοσύνης.
Και κάπου εκεί θα σπάσουν κι οι ραφές.

Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2012

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2012

ο έρωτας στις ράγες


Ο χρόνος: ένα τρένο φάντασμα. Τι είμαστε; Πώς φτάσαμε ως εδώ;
Τελείωσε η διαδρομή μας, κατεβήκαμε στην προηγούμενη στάση, το τρένο είναι ήδη στην επόμενη, κι εμείς έχουμε ήδη επιβιβαστεί σε άλλο: είναι γιατί τώρα ο χρόνος μετράει αλλιώς.
Ο χρόνος: ένα τρένο φάντασμα. Φεύγει και δεν το νιώθουμε,μόνο ακούμε τα βουητά του στις ράγες και περιμένουμε τη συντριβή του, τη συντριβή μας.

 Το τρένο. Συχνάζει σε παλιούς παρατημένους σταθμούς και τα τζάμια του είναι σπασμένα και αφημένα μες στα ραγίσματά τους. Η συντριβή του είναι διακριτή απ’ την ταχύτητά του, η έκστασή του φανερώνεται απ’ τις σπίθες που ανάβει στην επαφή του με τη γη, κάπου κάπου σταματά και κάποιοι κατεβαίνουν, πάντα πιάνουν το στομάχι τους και διπλώνονται στα δυό,
γιατί πονούνε,
κι όσοι ανεβαίνουν, οι νέοι επιβάτες, με το ρίσκο χαραγμένο στα κούτελά τους, χαμογελούνε σαν υπνωτισμένοι αδιάκοπα, νιώθουν τη ζωή να μουδιάζει κάθε άκρη του κορμιού και του μυαλού τους , χοροπηδάνε σα μικρά παιδιά που αγνοούν την άισθηση του κινδύνου, ή πιάνουν το στομάχι τους και διπλώνονται στα δυό,
γιατί φοβούνται,
πως θα πονέσουν.

Το τρένο τρέχει, όσοι βρίσκονται απ’ έξω δεν το φτάνουν με το μάτι τους μόλις περνάει την αποβάθρα,
Κι οι από μέσα, ελπίζουν να υπάρχουν φρένα, να πάψει η κίνηση,
-ο χρόνος ο χρόνος,
όμως δε νιώθουν το πέρασμά του, την ταχύτητά του, δυσκολέυονται στην αντίληψη της ορμής του: αντιλαμβάνονται την ορμή και τη λύσσα και την εφημερότητά της διαδρομής του μόνο όταν πλησιάζουν στο τέλος ή όταν ακουμπούν τα πέλματά τους στην αποβάθρα,
οι ίδιοι, όσο ταξιδεύουν, απολαμβάνουν μια εσωτερική βραδύτητα κι έτσι η ταχύτητα του κοντινού έξω τους, δεν τους εμποδίζει να παρατηρούν τα τοπία από τα παραμελημένα παράθυρα, αέρας παρασέρνει τα μαλλιά και τα ρούχα τους όπως τρυπώνει από τις αμπάλωτες πληγές του γυαλιού, πληγές σα δώρα,
όλα τα τοπία είναι πράσινα και μπλε και γαλάζια κι αναπνέουν στις μαγικές αποχρώσεις τους όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου,
καμιά φορά τα τοπία δεν κάνουν την εμφάνισή τους τόσο ανθισμένα όμως ούτε και μαραίνονται ποτέ: αποκτούν μόνο αιμάτινη μορφή και χρώμα πυκτό κόκκινο,
τίποτα δε χάνεται στη μετριότητα μιας μεσαίου μήκους ύπαρξης
όλα γνωρίζουν την ύπαρξη τους στο μέγιστο δυνατό και αδύνατο.

Το τρένο λόγω της ασύλληπτης ταχύτητάς του μοιάζει με φάντασμα:
Ξέρουμε ότι υπάρχει όμως κανείς δεν μπορεί να το δει.

Ο χρόνος ένα τρένο φάντασμα.

Δεν είδαμε πουθενά τον οδηγό.

Οι επιβάτες δεν μπορούν να ρωτήσουν πια κανέναν που θα κατέβουν, πού πρέπει να κατέβουν, πότε θα φτάσουν, ποιος είναι ο προορισμός τους, και αν υπάρχει.



Ο χρόνος: ένα τρένο φάντασμα γιατί δεν είδα πουθενά τον οδηγό.

Εδώ ο χρόνος μετράει αλλιώς,

Εδώ δε μετριέται ο χρόνος:
στον έρωτα δε μετριέται ο χρόνος.

Γι αυτό το τρένο αυτό διαφέρει από τα άλλα
Και δε φτάνει ποτέ την ώρα που έχει υπολογιστεί στους πίνακες ανακοινώσεων.



Πάντως αποφασίζεις αν θα ανέβεις.



 Ο έρωτας είναι τόσο ονειρικά δεμένος με τον χρόνο,
Κι ο χρόνος υπάρχει μόνο λόγω της γνώσης του θανάτου και του τέλους.

“Ο έρωτας κι ο θάνατος ίδια σπαθιά βαστούνε…”

Όμως…And long after we’ re gone the lights will stay on

                   

                     Not afraid to be flying
                     Not afraid to be lost


Με το ρίσκο χαραγμένο στα πρόσωπά μας
Και τη ζωή βυθισμένη τόσο μέσα που αναβλύζει απ’ την ψυχή μας…



Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

Απαντώντας

κρύος χειμωνιάτικος αέρας, τα χέρια ενωμένα και σφιγμένα γύρω από τρεμάμενα σώματα, και κάπου μακρυά πώς κοιτάμε, με τόση έκπληξη απ τη μαγεία, πώς τόση μαγεία είναι υπαρκτή, κι αρχίζει η βροχή, οι μουσικές της, σιγοτραγουδάμε μαζί της, δεύτερες φωνές και τρίτες,
όπως και δεύτερες ζωές, και τρίτες
γιατί κάθομαι στα πλακάκια ακόμη και νιώθω αυτό το σφίξιμο εσωτερικά,
 που δε μ έχει πάρει πάλι  ο αέρας.


http://www.youtube.com/watch?v=IhqqZN0H7CI


και θέλω να σπάσω τα τείχη πια

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

σαν ειδηση...


Κοιτάζει προσεκτικά. Ανοίγουν οι πόρτες κλείνουν οι πόρτες. Όλοι έχουν φύγει. Κανείς. Σιωπή.
Κοιτάζει στον καθρέφτη. Προσεκτικά. Ανοίγει τις πόρτες κλείνει τις πόρτες. Κοιτάζει στον καθρέφτη, μία φορά, έχουν φύγει…έχουν φύγει…;
Πατάει το κουμπί, το πράσινο το κόκκινο, ανοίγει τις πόρτες κλείνει τις πόρτες, κοιτάζει στον καθρέφτη , βλέπει πίσω, έχουν φύγει…;
Κοιτάζει κοιτάζει στον καθρέφτη, πολλές πολλές φορές, ξέρει ότι έχουν φύγει, έχουν φύγει. Κανείς. Σιωπή.
Ξέρει ότι έχουν φύγει. Έχουν ανοίξει οι πόρτες έχουν κλείσει. Στάση. Μια στάση μες στη σιωπή.
Ξέρει ότι έχουν φύγει, όλοι, ότι δεν είναι κανείς, η τελευταία στάση,
Επόμενη στάση τερματικός σταθμός….επόμενη στάση τερματικός σταθμός…
Ξέρει ότι δεν είναι κανείς, έχουν φύγει όλοι, όμως κοιτάει ακόμη στον καθρέπτη, στάση, ακόμη στον καθρέφτη, ακόμη στη στάση, στην τελευταία στάση, σιωπή, ακίνητος, μέσα από αντανακλάσεις παρατηρεί αυτή τη σιωπή, αιχαμαλωτίζει το χρόνο, σκόνες και μέσα από τα λασπωμένα τζάμια κάποια ακτίνα φωτός, έχουν ανάψει οι λάμπες, εκεί δίπλα στην τελευταία στάση, κοιτάει πολλές φορές ενώ το ξέρει πως όλοι έχουν φύγει, στην τελευταία στάση, επόμενη στάση τερματικός σταθμός, κανείς, ισορροπεί μες στη σιωπή…




Συμπλέκτης και γκάζι, απαλά, εναλασσόμενα, συμπλέκτης και γκάζι, αφήνει το ένα πατάει το άλλο, απαλά, εναλασσόμενα, συμπλέκτης και γκάζι, γκάζι, γκάζι, κοιτάει μπροστά, η σιωπή, και έχουν φύγει όλοι, όλοι, στην τελευταία στάση
θα φτάσει μόνος, συμπλέκτης και γκάζι, γκάζι, γκάζι, γκάζι,
ως το τέρμα το γκάζι, ως το τέρμα, θόρυβος, η διάλυση της σιωπής, η μηχανή, το γκάζι, οι ρόδες, η άσφαλτος, θόρυβος, θόρυβος, θόρυβος, σε χίλια κομμάτια η σιωπή, τινάζεται απ τη μηχανή, το γκάζι, τις ρόδες, την άσφαλτο, από τις φλέβες του τινάζεται η σιωπή, από τους αδένες στο λαιμό του, απ το δέρμα του από κάθε κύτταρο στο δέρμα του, στα πόδια του, στα χέρια του, στα πνευμόνια του,
όλα τα κύτταρα στα μάτια του τινάζουν τη σιωπή, τη σκορπούν σε χίλια κομμάτια και γεμίζει όλο τον κόσμο.

Συμπλέκτης και γκάζι, απαλά, εναλασσόμενα, συμπλέκτης και γκάζι, αφήνει το ένα πατάει το άλλο, απαλά, εναλασσόμενα, συμπλέκτης και γκάζι, γκάζι, γκάζι, ο θόρυβος, πατάει μόνο γκάζι, ο θόρυβος,ο θόρυβος έχει γεμίσει το μυαλό του, οι αισθήσεις του επιβιώνουν γιατί υπάρχει ο θόρυβος, εδώ υπάρχει ο θόρυβος, ο θόρυβος από τη μηχανή από το γκάζι από τις ρόδες από την άσφαλτο από τις φλέβες του απ τους αδένες του από το δέρμα του από κάθε μα κάθε κύτταρό του,
ο θόρυβος μες στο μυαλό του, μες στο μυαλό του
ο θόρυβος από το γκάζι
ως το τέρμα το γκάζι μέχρι τέλος το γκάζι,

κι αυτός, με τα μάτια πάντα μπροστά,
με τα μάτια για πάντα κλειστά,
μέσα στον πανικό από το θόρυβο,
μέσα στον απόλυτο, εκστατικό, ανυπέρβλητο θόρυβο,
θα διαλυθεί σε χίλια κομμάτια.

στα χίλια κομμάτια
μιας αόριστης σιωπής.




“Οδηγός λεωφορείου μετά την τελευταία στάση πριν τον τερματικό σταθμό έπειτα από την αποβίβαση των τελευταίων επιβατών, συνέχισε τη διαδρομη του με εξαιρετική ταχύτητα και συνετρίβει σε φράχτη μάντρας οικοδομικών υλικών, δέκα μέτρα πριν το τέρμα.”






αυτες οι γυναικες, ειχαν με το χρονο κατι


Κι εκεί που περπατούσαν, στον μεγάλο καθρέπτη του άδειου δρόμου που με λύσσα κοιτάζαν τους εαυτούς τους, φανερώθηκαν οι μάνες τους.
Και θυμήθηκαν εκείνη τη φωτογραφία που τα πρόσωπα των πεθαμένων πια συγγενών τους είχαν ξεθωριάσει μα θολά περιφέρονταν πάνω στο χαρτί με χαμόγελα ή δάκρυα, κάτι ανάμεσα, που δεν ξεχώριζες ακριβώς. Κι άρχισαν να ουρλιάζουν σαν να είχαν δει τους εαυτούς τους πατημένους από ανυπόμονο τρένο και σε ορθάνοιχτους και ψηλούς τάφους πεταμένους, αγγίζανε τα προσωπά τους με τέτοια απόγνωση και τόση επιθυμία, ελπίζοντας να βρουν στη θέση τους όλα τα χαρακτηριστικά τους, καθαρά, άφθαρτα και ανέγγιχτα από όλα τα ρολόγια, μα τα χέρια τους δεν πιάνανε πια, τα δάχτυλα δεν μπορούσαν να αγγίξουν, ό,τι και να ακουμπούσαν χανότανε μέσα σε μια υφή κάτι πολύ αόριστου και μακρινού, και πια τα πρόσωπά τους τα ίδια είχαν πάρει αυτή την υφή, η ίδια απόμακρη αίσθηση το άγγιγμα της μύτης ή των ματιών, τα χείλη δεν είχαν υγρασία καμιά κι όσο κι αν έκλαιγαν αδυνατούσαν να νιώσουν τα βρεγμένα μάγουλά τους.
Έτσι όπως θυμήθηκαν την παλιά των πεθαμένων φωτογραφία, κι έτσι όπως δεν μπορούσαν να βρουν ούτε ένα σημάδι από τα κάποτε ολοζώντανα πρόσωπά τους, αναρωτήθηκαν σιωπηλά κάποιες κι άλλες με πολλά συνεχώμενα κι ανήκουστα ουρλιαχτά, μήπως έχουν θολώσει κι αυτές, μήπως πια δεν είναι ορατό το γέλιο ή το δάκρυ τους, και μπερδεύονται πια ακόμη κι αυτές, οι πιο ξεκάθαρες και αναλλοίωτες εκφράσεις, και μήπως ζάρωσε το χαρτί και από τη δική τους φωτογραφία πια, και ζάρωσαν κι αυτές οι ίδιες μέσα σ αυτό, κι ακόμη, αν θα ξαναδούν ποτέ ανάγλυφα τα πρόσωπά τους, και πόσο μα πόσο χρονών να είναι….

Ώσπου πιάσαν έναν χορό πρωτόγνωρο, άρυθμο, άγριο, από το ένα σημείο στο αντίθετό του, ξεσκίζοντας τα μαλλιά τους, και τα κεφάλια τους τραβώντας σαν να πρέπει να τα βάλουνε στη θέση τους, και άρχισαν να τρέχουν, με ταχύτητες σαν μικρών παιδιών, και τρόπους απόλυτα γερασμένους, με αγωνία και με μίσος, για να φτάσουν στο σπίτι, να ανοίξουν το συρτάρι, να αρπάξουν τα σκόρπια χαρτιά, και να δουν να δουν να δουν τη μία και μοναδική δική τους φωτογραφία…



«Ένα χαμόγελο, σας παρακαλώ, πνίγομαι»



(από 20.11)


Στην ανοιχτή τηλεόραση το πρωί στο κανάλι του κράτους, βλ. της κυβερνήσεως, οι καλοί μας δημοσιογράφοι κάνανε ένα ρεπορτάζ για τον Χρόνη Μίσσιο. Πέθανε χτες και τώρα τον θυμήθηκανε ξαφνικά όλοι. Όπως πάντα. Άλλωστε δεν αποτελεί απειλή πια, δε θα γράψει άλλες λέξεις...Στην πορεία του ρεπορτάζ, έρχισε ο Τσίπρας τις δηλώσεις για τα χτεσινά των μεγάλων αρχηγών, οπότε κόψανε το ρεπορτάζ για τον Μίσσιο. Από τον Μίσσιο στον Τσίπρα. Με το κουστουμάκι του και τις καθιερωμένες λεξούλες, τον συγκεκριμμένο τρόπο να κουνά τα χέρια, τις ίδιες φράσεις, και πώς θα διαχειριστούμε τον ανυπέρβλητό μας καπιταλισμό, πώς θα τον τραβήξουμε από δω πως θα τον ισιώσουμε εκεί, για να κάνει και λίγο χώρο, να βάλουμε μέσα και τους μετανάστες, και μερικούς ανέργους, αλλά δεν μπορούμε και όλους, βλέπεις είναι δύσκολοι καιροί...
Κάτι πονάει μέσα μου όταν βλέπω  στην τηλεόραση το πρόσωπο του Μίσσιου, κι ούτε που του είχα μιλήσει ποτέ αλλά μου μίλησε αυτός πολύ μέσα απ τα –τυποποιημένα, έστω- γράμματά του. Κουβεντιάσαμε σιωπηλά με πολλούς φθόγγους να στριφογυρνούν στο μυαλό μας κάποια βράδια κάτω από την κίτρινη λάμπα του τοίχου μου ή σε λεωφορεία και μετρό, που σχολιάσαμε τα ανάποδα χαμόγελα των περαστικών. Ήθελα και πέρα απ αυτά να του γράψω ένα γράμμα, κάτι να του πω, δεν είχε πάρει ποτέ λέξη ζωντανή από μένα, παρ ότι τόσες μου είχε δώσει, οι λέξεις της δικής μας κουβέντας ήταν έμβρυα σε μήτρες όλο στα πρόθυρα του να γεννηθούν, κι όταν άκουσα τη φράση «πέθανε ο χρόνης μίσσιος», να, τόσο απλά όπως θα λέγαμε «έχει λυθεί το κορδόνι σου» ή «η ώρα είναι τρεις», ακούστηκε σαν τότε που λέμε "πρέπει να φύγω"  ή  "δε σε αγαπώ πια", και έβγαλα ένα Α.

Κάτι πονάει μέσα μου όταν βλέπω το πρόσωπό του στην τηλεόραση, μετά από το πρόσωπο του δημοσιογράφου που όπως λέει με «ευλάβεια» έπειτα από την σύντομη διακοπή, ξαναγυρνάει στο ρεπορτάζ για τον Μίσσιο. Όχι ρε, όχι αυτοί, που μας ντύσανε με τα ολόφρεσκά τους ψέματα και τις μπαγιάτικες τις σάπιες τους από καιρό λέξεις. Τα στόματά τους που τους τα ανοίγουν αυτοί που μας βαράνε, μας λιώνουν , μας εξευτελίζουν, αλήτες στα κρατητήριά τους, και απελπισμένοι στις ουρές των ταμείων ανεργίας. Όχι αυτοί. Δε θέλω να μου μιλήσουν αυτοί οι πλαστικοί στην οθόνη «άνθρωποι» για «έναν ρομαντικό, έναν αγωνιστή της εποχής του», αυτοί που προσπαθούν να εξομοιώσουν τη βία του κομμουνιστή/αριστερού με εκείνη του φασίστα. Μου παραθέτουν δύο λεπτά από τον άπλετο τηλεοπτικό τους χρόνο για την ομορφιά της ζωής μέσα από τα μάτια ενός ανθρώπου, ενώ τα υπόλοιπα λεπτά, σε τηλεοπτικό χρόνο και σε πραγματικό, με καθηλώνουν με διαφημίσεις, μιζέριες, φρίκες, απελπισίες, θανάτους, πολέμους, φτώχειες, ταπεινώσεις, κι αυτό το σαπισμένο το γκρι που μόνο αντικρίζω απέναντί μου,
και θα μου παραθέσουν αυτοί τις λέξεις του Μίσσιου για ΧΡΩΜΑ;
Κι εσύ ρε φίλε, που ανεβάζεις στο φεισμπουκ μίνι αφιερωματάκι για τον  Χρόνη Μίσσιο, «τον επαναστάτη, τον ρομαντικό, τον ανθρωπιστή,» και το βλέμμα σου είναι συνέχεια καρφωμένο στην ώρα του υπολογιστή, ή στο βαρύ ρολόι του χεριού σου, και περιμένεις να περάσει η ώρα να περάσει, να περάσεις κι εσύ , να φύγεις από δω, να φύγεις να τρέξεις να χαθείς, για να πας που, για να προλαβεις τι. Και πονάς φρικτά εδώ πέρα, μας έχουν ρίξει σ αυτή την ανεπανάληπτη ομίχλη που θα φέρει ή λήθη ή βροχή, και δεν μπορούμε ούτε να κοιταχτούμε μεταξύ μας, αλλά όυτε κι αγγίζουμε το σώμα μας, να δούμε ποιοι είμαστε κι εμείς, και τι μας λεει αυτό το κόκκινο το ζεστό που τρέχει απαλά μέσα μας και κάποτε μπορεί να σέρνεται στις ασφάλτους, και πονάς, και κάπως θες να τα αλλάξεις όλα αυτα, αλλά κυκλοφορείς μ αυτές τις λέξεις στο χέρι, που έγιναν φράσεις, προτάσεις, και καμένες μνήμες, όταν κόπηκε εκείνο το δέρμα μέσα σου, το εσωτερικό, που σου τράνταζε τις σάρκες απ την ασφυξία, και τώρα έγινες ο ίδιος μια ασφυξία, η μικρή σχισμή του δέρματος σου δίνει αυτή την ελάχιστη δόση οξυγόνου, για να συνεχίζεις να περπατάς και να βγάζεις άηχους φθόγγους. Σε περιμένω ρε φίλε με χαμόγελα στο στόμα και ένα τεράστιο ΑΑΑ όταν βλέπεις αυτό τον ουρανό μέσα στα χιλιάδες ακατανόμαστα χρώματα και τα μάυρα πουλιά που φωνάζουνε γύρω του, μέσα του, και να πιάνεις την καρδιά σου από τη δύναμη αυτής της αίσθησης, αλλά όταν σε αντικρίζω στη σχολή στα συντονιστικά στις συνελεύσεις στους διαδρόμους οι λέξεις είναι λέξεις και δεν είναι πετράδια με φως να μπαίνουν στη θάλασσα και να σχηματίζουν κύματα κύματα, τεράστια κύματα....όχι. Έχεις βάλει τις λέξεις σου σε τάξη, σε πρόγραμμα, ίδιες κι απαράλλαχτες, και που όταν τις λες η φωνή σου δεν τρέμει, «να βάζουνε τις λέξεις στην αράδα σαν τα σκοτωμένα παιδιά στον πόλεμο», αντί να είναι οι λέξεις σου ζωντανές, έκφραση από το μέσα σου, να σου πανε τη φωνή πάνω κάτω να στην ταρακουνάνε και μαζί και των ανθρώπων τις αισθήσεις και τις λογικές συνδέσεις στον εγκέφαλό τους. Αλλά όχι, και πάλι και πάλι, εσύ, με τα χιλιοειπωμένα κείμενά σου, και τα απαράλλαχτα,μονότονα και ρηχα συνθήματά σου, που νομίζεις κιόλας ότι γίνανε επιθυμίες του κόσμου, όποτε σε συμφέρει ο κόσμος έχει την ωριμότητα να κρίνει κι όποτε δε σε συμφέρει είναι ανώριμος και πρέπει να ωριμάσει...οι λέξεις σου ανώριμο τον καθιστούν, γιατί στέκουν παράμερα απ αυτόν, τον διώχνουν αποξενωμένο, αποκομμένο απ την κουβέντα σου, κι οι μόνες λέξεις που του απέμειναν είναι ένα «ναι» ή ένα «όχι». Απο μακριά, του ασκείς την τρομερή σου εξουσία με τα μίζερα αποστειρωμένα κι ανέκφραστα κειμενά σου, τον διώχνεις.
Ανάμεσα στα «Εεε...» και στους αναστεναγμούς και στις αμήχανες σιωπές των διαδικασιών σε είδα να κάθεσαι και να συντηρείς την ανυπαρξία της ομορφιάς, την αθλιότητα της κοινωνίας που κι εσύ ο ίδιος θέλεις να αλλάξεις. Αλλά τώρα έχω κάτι σκεφτεί. Και θέλω να στο πω, μήπως και ζήσουμε μαζί κάτι όμορφο. Λοιπόν, σκέφτηκα πως βαρέθηκα αυτή τη σιωπή, τα «εεε...» και τους αναστεναγμούς μας, και θέλω να σπάσω την απόλυτη σαπίλα που εντός μας ορίζει. Κάνω κάτι πάντα, όχι για να μη σου μοιάξω, αλλά πιο πολύ συμβαίνει σαν αυτόματη διαδικασία στα κύτταρά μου, να στο πω; Φαντάζομαι. Δεν μένω στο τώρα. Δεν αναπνέω μέσα σ αυτό. Πάντα στο αύριο που θα έρθει είμαι. Μπορώ να κοιτάω εκεί σαν να είναι κάπου υπαρκτό σύννεφο μέσα σ αυτό το δωμάτιο. Δε θέλω να με καταπιει η ταχύτητα και η βρώμα της εποχής μου. Γι αυτό αγαπώ τη βραδύτητα και περπατώ αργά στο δρόμο, τόσο που με βρίζουν οι φίλοι ή οι οδηγοί των αυτοκινήτων, και προσπαθώ από την α-ζωη της κάθε μέρας να μην μολυνθώ. Και θα μου πεις εσύ, «κι εγώ πώς να προλάβω να δω τον ουρανό;», γιατί έχεις τρελαθεί από μάθημα σε μάθημα κι από μάθημα σε δουλειά κι από δουλειά σε συνέλευση κι από συνέλευση σε πορεία και και και, κι εγώ θα νιώσω όλες αυτές τις τρομερές ενοχές του ανθρώπου που έχει το χρόνο ακόμη να γράφει κάτι, κι έπειτα θα σου πω, πως έτσι ακριβώς θα ξεχάσεις για τι παλεύεις κι εσύ, για τι παλεύεις κι εσύ αν αυτό δεν είναι η ανθρωπιά, η χαρά, η σύνδεση μεταξύ μας, ο έρωτας μας, κι αυτή η ανέλπιστη  ηρεμία όταν καθόμαστε να κοιτάξομε τον ουρανό ή τη θάλασσα ή μια μικρή πασχαλίτσα που έπεσε πάνω στο πουκάμισό σου; Και να νιώσουμε κομμάτι ζωντανό κι ωραίο αυτού του κόσμου και να χαμογελάσουμε πολύ μέσα μόνο και μόνο γιατί μπορέσαμε να υπάρξουμε με τόσες δυνατότητες και τόσες πιθανότητες....αλλά θα τα ξεχάσεις αυτά τώρα φίλε μου, γιατί παίζεις με τους δικούς τους κανόνες στο παιχνίδι. Αναπαράγεις τις λέξεις τους, τη φρασεολογία τους, για τη δική σου λογική και ανάλυση βασίζεσαι πάνω στη δική τους, δεμένος στα δικά της όρια, κι έτσι την αναπαράγεις άθελά σου, συνηθίζεις στην ασχημιά και δεν κοιτάς να φτιάξεις κάτι όμορφο, μόνο κάτι λιγότερο άσχημο στο τώρα και κάτι ιδανικό που κάποτε θα έρθει, και που καλά καλά ίσως να μη θυμάσαι και τι είναι αυτό το ιδανικό...ιδανικό που βέβαια στηρίζεται πάνω σε εργαλεία μηχανές και οικονομικές στατιστικές κι όχι δάχτυλα μάτια και εσωτερικές μοναδικότητες....όμως ακόμη κι αν το σώμα σου έχει γίνει το ίδιο μια μηχανή ταχείας λειτουργίας, το μυαλό σου παραμένει ελεύθερο όσο δεν το κλείνεις στα κουτάκια και στους νόμους τους, το μυαλό σου μπορεί πάντα να έχει μπροστά του το χρώμα, να μην ικανοποιείται και να μην συνηθίζει στο γκρίζο.
Η εποχή είναι πιο δύσκολη για μας. Τότε , στους άλλους δύσκολους καιρούς, σκοτώναν τους ανθρώπους με πιστόλια, πολυβόλα, μαχαίρια, ή βόμβες, τώρα νομίζουμε πως ζούμε και μέσα μας είμαστε ήδη νεκροί. Απομεινάρια μιας παλιάς βιολογικής γέννησής μας, αλλά μας θάψαν το μυαλό, κι αυτό αν δεν απομακρύνει το χώμα θα μεταμορφωθεί σε κρύος και σκληρός ανακαινισμένος τάφος.
Στην πορεία προχτες, σ ακουγα ρε φίλε, που φώναζες κι εσύ δυνατά, «εμπρός για της γενιάς μας τα πολυτεχνεία» κι ήθελα τόσο να σου πω πως τώρα δε θέλουμε πολυτεχνεία, και δε θέλουμε καταληψεις διαδηλώσεις για το αρθρο 16, τώρα θέλουμε κάτι δικό μας. Δε χρειαζόμαστε το δικό τους, χρειαζόμαστε να θυμόμαστε, αλλά να φτιάξουμε το δικό μας, δεν είμαστε κάποιοι άλλοι, μακρινοί επαναστάτες απ το παρελθόν, εμείς είμαστε,, κι έχουμε άλλα νέα μέσα έχουμε άλλα προβλήματα και πρέπει να βρούμε τις δικές μας εξεγέρσεις. Το Πολυτεχνείο ζει, αλλά εμείς όχι, εμείς προσπαθούμε να ζωντανέψουμε τους «άλλους» αναπαράγωντας κάθε φορά τις ίδιες εκφράσεις, αδυνατώντας να βρούμε νέους τρόπους, κάνωντας την φυλακή μας τρόπο ζωής.
Το ξέρω ρε φίλε, από πάνω ως κάτω ένα καρμπόν τους είμαστε, εντοιχισμένα μέσα μας τα μεγάφωνα που φωνάζουν «κατανάλωσε, τρέξε, δούλεψε, σώπα» και «μη, μη, μη, μη....», αλλά εγώ θέλω να μπω μέσα σου και να στα σπάσω τα άθλια, και μετά να τραβήξεις κι εσύ τα καλώδια μέσα μου για να μη βγάζει ήχο κανένα μεγάφωνο πια, και μόνο με τις δικές μας αυθεντικές φωνές τις χαμηλές και τις τρεμάμενες να αρχίσουμε να ψιθυρίζουμε έναν ξεχασμένο σκοπό....αλλά εσύ θα με πεις «ρομαντική», σαν να με βρίζεις, γιατί είναι βρισιά πια, ΠΡΕΠΕΙ να είμαστε "ρεαλιστές", πρεπει να κοιτάμε στη γη.
Μόνο ψιθυρίζω πως όταν κοιτάμε στη γη, συχνά ξεχνάμε να κοιτάξουμε λίγο πιο ψηλά ή λίγο πιο πέρα....Πρέπει να είμαστε ρεαλιστές λοιπόν, χωμένοι βαθειά στη σαπίλα του κόσμου, συνηθισμένοι, αλλάζοντας την κοινωνία σύμφωνα με τους κανόνες της, να γινόμαστε ίδιοι με αυτούς που μισήσαμε, να συνηθίζουμε στην μη έκφραση και στην ανέκφραστη μη υποταγή, άρα στην ίδια την υποταγή.
Ρε φίλε, σε έχω δει πολλές φορές , και έχω πολύ βαθειά μέσα μου το πρόσωπό σου, δεν ξέρω το όνομά σου , αλλά θυμάμαι πώς κοιτάς, θα ήθελα πολύ να μου χαμογελάσεις κάποια στιγμή, όχι σαν να σου λεω «χαμογέλα ρε τι σου ζητανε» αλλά να μου χαμογελάσεις αληθινά και ωραία, και να μου πεις πραγματικά τι θες, σαν να ναι ένα σκηνικό ο κόσμος και να μπορείς να το ξηλώσεις τώρα εδώ και αμέσως, πες μου, πώς θα ήταν τα σκηνικά τα δικά σου;
Κι έλα να τα στήσουμε αυτά τα σκηνικά, όσο κατεβάζουμε τα αλλα να στήνουμε και τα δικά μας, και να μην είναι σκηνικά πια, αλλά χώμα, ιδρώτας και ήχος, έλα, να γίνουμε οι άνθρωποι που θέλουμε να έχουμε δίπλα μας, να παίξουμε το δικό μας παιχνίδι.

Κι όσο για αυτό το Α , δεν ήταν που ο Μίσσιος ήταν ήρωας, αυθεντία, επαναστάτης, συγγραφέας, ή κάποιο αγαπημένο πρόσωπο που δε θα ξεχάσω «εκείνη τη βόλτα», αλλά για κάτι πιο μεγάλο και πιο σημαντικό, γιατί ήτανε άνθρωπος.
Α ν θ ρ ω π ο ς
Φιλε μου, ελα να γινουμε ανθρωποι, και χαρισε μου εκεινο το χαμογελο, σε παρακαλω, ΠΝΙΓΟΜΑΙ