Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2013

Εκδικητικά


http://www.youtube.com/watch?v=H88g_Eew4PY


Σ αυτό το σπίτι οι κουρτίνες πέφτουν βαριά, οι δείκτες γρήγορα χτυπούν, και τα φώτα, αναβοσβήνουν σε στιγμές ανύποπτες λίγο πριν να καούν.

Όλα αποκτούν ένα χρώμα θολό και περιφέρονται σαν ετοιμοθάνατοι από αρρώστιες που δεν βρέθηκαν ακόμη,
ή τα μάτια, κουράστηκαν πολύ.

Κάπως έτσι θα μπορούσα να χαθώ, σε ένα σαν κι αυτό σπίτι. Εσύ θα ούρλιαζες απ’ έξω «μη» κι εγώ θα γελούσα και θα έσπαγα τα τζάμια όλα για να ακούω πιο διαπεραστικά την κάθε σου κραυγή.
  
Θα σου μιλούσα για εκείνο το χώμα που παίρνει ο αέρας και ξεσκεπάζει τους νεκρούς , τα στολίδια τους μαζί και τα κομμάτια που σαπίσαν. Και θα βρισκες κι εσύ τους δικούς σου. Θα τους ονομάτιζες απ’ τα δόντια και τις θέσεις των ματιών που πήραν δυό κατάλευκα κενά, κι εκείνο το μικρό βουνό στην αριστερή πλευρά απ’ τα χείλη, ενθύμιο ενός παλιού επαναλαμβανόμενου τραβήγματος σε στιγμές εκστατικές.

Μπορεί απ’ τα στόματα να βγαινε η φωνή τους, αν έσκυβες πολύ κι αν ακουμπούσες το πρόσωπό σου στα κόκκαλα τους μέσα, και μπορεί να σε σήκωνε εκείνη η φωνή, λίγο πιο ψηλά απ’ το έδαφος, έστω για τελευταία φορά. Τα αμάξια θα φώναζαν διπλά, ένα πουλί θα πετούσε στα δέντρα υστερικά, και μια γυναίκα θα μάζευε από κάτω τα κομμάτια της για να τα βάλει σε έναν τάφο. Ίσως και, αν ακουμπούσες σε εκείνο το σημείο που πια δεν έχει τίποτα και δε σημαίνει κάτι, να υγραινόσουν απ’ τα χείλη. Να ερεθιζόσουν απ’ τη γλώσσα. Κι έστω για τελευταία φορά. Αλλά μικρές σταγόνες βροχής θα άρχιζαν να πέφτουν κι η σκόνη θα καθόταν κάτω ξανά, θα άσπριζε τα απομεινάρια του κάποτε αίματος και θα κρύωνε κι άλλο την παγωμένη ζωντανή μνήμη. Τα δάχτυλά σου δε θα μπορούσαν να αγγίξουν πια, και η γυναίκα θα είχε μπει μέσα στον τάφο για να μη βραχεί.

Θα σου έλεγα τότε πως οι νεκροί φοβούνται τη βροχή, περιμένουν τον ήλιο για να φανούν λαμπερά τα κόκκαλά τους  και απόλυτος ο θάνατός τους.

Κι εσύ δε θα φώναζες πια «μη» και εγώ θα έπαιρνα στα χέρια ένα ένα τα γυαλιά απ’ όλα τα παράθυρα  του σπιτιού που για να σε ακούω θα είχα σπάσει.

Μόνο θα περπατούσες ρυθμικά αριστερά και πίσω, μπροστά και δεξιά και θα έτρεμαν  τα χέρια σου απ’ την ανικανότητα να αγγίξουν τους νεκρούς σου και θα εννοούσες λέξεις που όλοι κάποτε θα έχουμε πει σ αγαπώ σε θέλω σε λατρεύω αγααααααπη μου αρρώστιες που γλιστράς μέσα τους και σε τρώνε από μέσα.

Κι εγώ θα έβαζα τα γυαλιά μες στ αυτιά μου, βαθειά, για να μην ακούω την σιωπή της επιφάνειάς σου. Γιατί η σιωπή θα ήταν πιο εκκωφαντική από τα ουρλιαχτά και πιο φρικτή και πιο απόλυτη και πιο διαρκής.

Και θα ταν τότε,η πρώτη φορά , που ένας άνθρωπος θα μπορούσε να πει «άκουσα, αλήθεια, τη σιωπή».

Όμως δε θα το έλεγε κανένας άνθρωπος γιατί πολύ την αποδοκιμασία των άλλων θα φοβόταν, τα πώς και τα γιατί, και τις φράσεις των δελτίων που με στόμφο και ενθουσιασμό για έναν άνθρωπο τέτοιο θα μιλούσαν.

Η σιωπή θα έμενε το κοινό μυστικό μας,

Θα ήταν το πρώτο που θα άπλωνα το χέρι να κουβαλήσω μαζί μου.

Και σίγουρα, το τελευταίο.

Σου φωνάζει η γυναίκα, να τη βοηθήσεις, ξέχασε  πάνω στο έδαφος το λαιμό και το στήθος της, και η θέση τους είναι κάτω από το έδαφος πια, μαζί της.

Θα σου έλεγα εκείνη τη στιγμή, πως, τόσο σημαντικό είναι να πας και να σηκώσεις με τα χέρια σου τα μέλη της, να την κοιτάξεις καλά και να της αφήσεις τα κομμάτια μέσα στη γη, όχι λόγω κάποιας ανωτέρας ηθικής, αλλά είναι που, χωρίς αυτά δεν είναι «αυτή», δεν είναι «η γυναίκα», το σώμα της την έχει καθορίσει, χωρίς αυτό δεν έχει ούτε λόγο ο θάνατός της.

Και θα πήγαινες. Γιατί θα ήθελες κάτι να έχει λόγο

κι ο θάνατος να έχει κάτι.

Μα είναι που δε βγαίνει ήχος μέσα απ’ τη λάσπη επάνω στην από χρόνια σαπισμένη μου γλώσσα.

Και που είμαι εγώ η γυναίκα
 και δεν μπορώ να μιλάω σαν δεύτερος επάνω στον εαυτό μου, μου το έχουν απαγορέψει κι αυτό, και του έχω απαγορέψει κι εγώ του εαυτού.

Αλλά είναι που πιο πολύ, η γυναίκα είναι ένας απ τους πολλούς νεκρούς σου

και είμαι εγώ η γυναίκα, και ξέχασα εκείνο το βουνό δίπλα στα χείλη, το απ’ τα πολλά χαμόγελα και τις ειρωνίες βουνό, και ξέχασα και τη σκόνη πάνω του σαν χιόνι,
μόλις τώρα το θυμήθηκα, μόλις τώρα που έβαλες τα χείλη σου σ’ εκείνο το στο τέλος του κρανίου κενό.

Σε ευχαριστώ

αλλά κλείσε λίγο την πόρτα όταν φεύγεις
γιατί άρχισε να βρέχει
κι όπως σου είπα, πια φοβάμαι τη βροχή.