Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

Μετάθεση

Εγώ θα κοιτάζω έξω απ' το γυαλί
και θα φαντάζομαι ασπρόμαυρη την καρδιά σου
σαν κάποιου που σε κινούμενο σχέδιο μετατέθηκε
ένα ήσυχο της πόλης βράδυ
σε οθόνες παλιάς τεχνολογίας

Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2016

Απουσία

Δεν καταλαβαίνω την απουσία σου
μέσα απ' την ενθύμηση σου

την καταλαβαίνω μεσ' απ' τη λήθη μου,
μέσα απ' τη δική μου απουσία.

Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2016

Χώρα

Ούτε που σκέφτηκα ποτέ ότι ήσουν περιττός στον κόσμο

Πανέμορφη η μορφή σου
Μορφή μες στη μορφή και πιο κάτω

Όλο και πιο κάτω μπορούσα να σε βρω

Έσκαβα σαν το σκυλί που ζούσε δίπλα μας εκείνο το καλοκαίρι
Έφτιαχνα οδούς κάτω απ τις λεωφόρους
Ακόμη και κάτω από τους πόρους σου περπάτησα
Όχι τίποτε σπουδαίο, μόνο που νόμισα πως μπορούσα να σε φτάσω

Αλλά ποιος ήσουν για να γίνεις προορισμός;

«ένα ταξίδι που ποτέ δεν τελειώνει»

Κόντεψα να σε φτιάξω ακριβώς, με λαμαρίνες να σε χτίσω, να σε κλείσω στα βολικά κουτιά μου, να σε κλειδώσω με ταινίες που έκοβα με το στόμα
Δε θυμόμουν καν πώς είναι να αναπνέεις στο σκοτάδι
Και να μη βλέπεις καν το χνώτο πάνω σε έναν οποιονδήποτε καθρέφτη
Μόνο να νιώθεις τη μυρωδιά απ τα δόντια σου που καίνε
Μόνο να σε τρυπάει η απουσία της λέξης

Τόπος νόμιζα πως ήσουν
Συγκεκριμένη περιουσία απλανούς τουρίστα
Πως θα φτανε κανείς με λεωφορείο που πήρε από εθνική οδό κοντά στο φυλάκιο εκείνο της Τουρκίας
Σε σένα πως θα ερχόμουν πληρώνοντας είκοσι λίρες εισιτήριο ή κάποιο νταβατζή για να με πάρει με τη βάρκα με όλο μου το σώμα για την τίμια ανταλλαγή

Κι όταν έβλεπα το ρολόι στο μπαλκόνι
Που μια φίλη τόσο ήθελε να σπάσει
Νόμιζα πως βρισκόσουν στο μικρό δευτερόλεπτο πριν απ’ το ακριβώς
Αλλά εσύ

Εσύ
Δεν μετριόσουν με τικ ούτε με τακ

Εσύ δεν ήσουν τρόπος να μετρήσω τον χρόνο
Ήσουν ο χρόνος ο ίδιος
Και πάντα πίσω πίσω με γυρνούσες

Στο πριν την μπαζωμένη μέρα

Και δεν τελείωνε ούτε ξεκινούσε μέρα καμιά
Γιατί δεν είχαμε λέξεις να περιγράψουμε τις ρυτίδες στο σώμα μας ούτε τον χορό του ήλιου
Και μόνο γυρνούσαμε μαζί σε ένα παιχνίδι νερών και χρωμάτων
Και σάλιων στις 6 το πρωί-και χωρίς ώρα

Δεν υπήρχαν λέξεις

Γιατί οι λέξεις θέλουν γλώσσα συγκεκριμένη
Κι εμάς οι γλώσσες μας μάχονταν η μία με την άλλη και γινόντουσαν μάζα μία και γλώσσα καμιά

Και οι γλώσσες
θέλουν θρησκείες, ήθη και ηθικές

Θέλουν έθνη και ανθρώπους να σηκώνουν το κεφάλι και να λένε αυτό το χώμα που πατώ εδώ μου ανήκει και να τρυπάνε κάποιου άλλου το κεφάλι και να του λένε πως δε χωράει πέρα από την επόμενη αόρατη γραμμή

Εμείς ζήσαμε και χωρίς γλώσσα
Γιατί αυτή η χώρα έχει σύνορα και κόβει και ζυγίζει σε μεταλλικές ζυγαριές το αίμα και την επάρκεια των ξένων

Εσύ όμως ήσουν χώρα

έξω από τη γη και χωρίς σύνορα.



Παρασκευή, 2 Σεπτεμβρίου 2016

Σημείο μηδενικό

Η μοναξιά είναι σημείο μηδενικό
Τίποτα δεν υπάρχει πίσω της και από αυτή όλα πηγάζουν
-μου είπε κάποιος ότι υπάρχουν αριθμοί αρνητικοί…
Κοιτώντας τον ψηλό λεπτοκαμωμένο φοίνικα, δεν μπορούσα παρά να θυμηθώ τα πόδια σου 
και τον τρόπο που μπλέκονταν με τα δικά μου.
Έχει περάσει ένας χρόνος παρά τρεις μέρες
από τότε που σε ρώτησα
αν σ’ αρέσει η ποίηση
και που
κοίταξα για λεπτά ολόκληρα
τα ξερά χόρτα από κάτω
ψηλά να επεκτείνονται
κι ένιωσα πως μαζί τους ψηλώνει το κορμί μου κι επεκτείνεται ο χρόνος μου
ΑΥΤΗ είναι μια αίσθηση χαμένη
 και θα καταχωρηθεί στο αόρατο σεντούκι που φυλάω
στο τελευταίο σκαλί δίπλα στην εξώπορτα
ανάμεσα απ’ τις κόρες
Μια μαγική σιωπή θα σε περιβάλει πάντα,
αφού δε μιλάς
και δεν μπορώ να αρθρώσω πια τις σωστές για σένα λέξεις
Δεν υπάρχουν λέξεις,
όπως και τότε, όμως αλλιώς,
και μαζεύω τις αισθήσεις που τυχαία από τη μνήμη ανασύρω
για να τις φορτώσω σε μικρά σεντούκια
μέσα σε τεράστια ξύλινα κάρα
Οδηγώ και βγαίνω από την εθνική με εκατό
με ξύλινο όχημα
για να πέσω σε γκρεμό
(ή να πετάξω)
Οι χαμένες αισθήσεις
μαζεμένες σφιχτά
αλλαγμένες
μεγαλώνοντας νύχτα όλα τα μάτια σου
ολόκληρα
και όλα τα άλλα
Οι αισθήσεις που χάθηκαν για να γεννηθούν και να χαθούνε πάλι, όλες βουτηγμένες σε καταπράσινα νερά, πνιγμένες
σιγοτρέμουν ενδιάμεσα της πέτσας και της καρδιάς μου, 
και κανείς
–ούτε εγώ-

δεν μπορεί να τις βρει
:
χαθήκαν κι έτσι απέκτησαν όνομα.

Σάββατο, 6 Απριλίου 2013

α ρε ελπίδα ανέγγιχτη τι καημούς ξεγεννας



για δες τη γυναίκα
πώς φευγει
πώς αργα μπαινει μές στο φτηνό παλτό της
πώς γυρνάει το κεφάλι ανεπαίσθητα
και χαμογελάει
με τις πρώτες κυλιδες θλίψης στα μάγουλα της

για δες
που πηγαίνει η θλίψη της
πόσο ανεβαίνει
πώς πνίγει τα μάτια της
δες τη στιγμη που πνίγονται

δες τη στιγμή που δεν αναπνέουν πια

και δες
δες
πόσο ακόμη θα γεμίζουν με θλίψη
και πως η θλίψη είναι η μόνη που δεν παύει πουθενά

πάντα θα χωράει κι άλλη θλιψη σε δυό μάτια

και παντα εύκολα σε δρόμους άνυδρους θα τα σκορπά


για δες
τη γυναίκα πώς γίνεται δύο
μέλη σπασμένα στις πολλες ιαχές

πώς γινεται θραύσμα από ατύχημα ξένο
και χέρι που δεν μπορεί να κλείσει απ' τις πληγές

και πώς κουρνιάζει στις ρίζες των δέντρων σαν σπασμένο κλαδί
σε πόλεμο εξευτελισμένων από λυγμους
ξεγυμνωμένων απ' το μέσα τους κρύο
και ανυποψίαστων παιδιών αγκαλιασμένων στην πλατεία ένα πρωι

δες λίγο τα πόδια της πώς τρέμουν απ' την αλήθεια
και πώς το στήθος της πονάει απ' τη φωτιά

και δες το πρόσωπό σου στον καθρέπτη μετά
μετά απ' τη γυναίκα που φέυγει

δες τα
γιατί θα φέρεις τις εικόνες σου μια μέρα στο πρόσωπο σου ανάμεσα και στον ήλιο
και τη λήθη θα αισθανθείς
τη λήθη
 που όλο θα σε κυνηγά για ποτέ της να μη ρθει


-γαμώ τα όνειρά μου ε;-









Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2013

Εκδικητικά


http://www.youtube.com/watch?v=H88g_Eew4PY


Σ αυτό το σπίτι οι κουρτίνες πέφτουν βαριά, οι δείκτες γρήγορα χτυπούν, και τα φώτα, αναβοσβήνουν σε στιγμές ανύποπτες λίγο πριν να καούν.

Όλα αποκτούν ένα χρώμα θολό και περιφέρονται σαν ετοιμοθάνατοι από αρρώστιες που δεν βρέθηκαν ακόμη,
ή τα μάτια, κουράστηκαν πολύ.

Κάπως έτσι θα μπορούσα να χαθώ, σε ένα σαν κι αυτό σπίτι. Εσύ θα ούρλιαζες απ’ έξω «μη» κι εγώ θα γελούσα και θα έσπαγα τα τζάμια όλα για να ακούω πιο διαπεραστικά την κάθε σου κραυγή.
  
Θα σου μιλούσα για εκείνο το χώμα που παίρνει ο αέρας και ξεσκεπάζει τους νεκρούς , τα στολίδια τους μαζί και τα κομμάτια που σαπίσαν. Και θα βρισκες κι εσύ τους δικούς σου. Θα τους ονομάτιζες απ’ τα δόντια και τις θέσεις των ματιών που πήραν δυό κατάλευκα κενά, κι εκείνο το μικρό βουνό στην αριστερή πλευρά απ’ τα χείλη, ενθύμιο ενός παλιού επαναλαμβανόμενου τραβήγματος σε στιγμές εκστατικές.

Μπορεί απ’ τα στόματα να βγαινε η φωνή τους, αν έσκυβες πολύ κι αν ακουμπούσες το πρόσωπό σου στα κόκκαλα τους μέσα, και μπορεί να σε σήκωνε εκείνη η φωνή, λίγο πιο ψηλά απ’ το έδαφος, έστω για τελευταία φορά. Τα αμάξια θα φώναζαν διπλά, ένα πουλί θα πετούσε στα δέντρα υστερικά, και μια γυναίκα θα μάζευε από κάτω τα κομμάτια της για να τα βάλει σε έναν τάφο. Ίσως και, αν ακουμπούσες σε εκείνο το σημείο που πια δεν έχει τίποτα και δε σημαίνει κάτι, να υγραινόσουν απ’ τα χείλη. Να ερεθιζόσουν απ’ τη γλώσσα. Κι έστω για τελευταία φορά. Αλλά μικρές σταγόνες βροχής θα άρχιζαν να πέφτουν κι η σκόνη θα καθόταν κάτω ξανά, θα άσπριζε τα απομεινάρια του κάποτε αίματος και θα κρύωνε κι άλλο την παγωμένη ζωντανή μνήμη. Τα δάχτυλά σου δε θα μπορούσαν να αγγίξουν πια, και η γυναίκα θα είχε μπει μέσα στον τάφο για να μη βραχεί.

Θα σου έλεγα τότε πως οι νεκροί φοβούνται τη βροχή, περιμένουν τον ήλιο για να φανούν λαμπερά τα κόκκαλά τους  και απόλυτος ο θάνατός τους.

Κι εσύ δε θα φώναζες πια «μη» και εγώ θα έπαιρνα στα χέρια ένα ένα τα γυαλιά απ’ όλα τα παράθυρα  του σπιτιού που για να σε ακούω θα είχα σπάσει.

Μόνο θα περπατούσες ρυθμικά αριστερά και πίσω, μπροστά και δεξιά και θα έτρεμαν  τα χέρια σου απ’ την ανικανότητα να αγγίξουν τους νεκρούς σου και θα εννοούσες λέξεις που όλοι κάποτε θα έχουμε πει σ αγαπώ σε θέλω σε λατρεύω αγααααααπη μου αρρώστιες που γλιστράς μέσα τους και σε τρώνε από μέσα.

Κι εγώ θα έβαζα τα γυαλιά μες στ αυτιά μου, βαθειά, για να μην ακούω την σιωπή της επιφάνειάς σου. Γιατί η σιωπή θα ήταν πιο εκκωφαντική από τα ουρλιαχτά και πιο φρικτή και πιο απόλυτη και πιο διαρκής.

Και θα ταν τότε,η πρώτη φορά , που ένας άνθρωπος θα μπορούσε να πει «άκουσα, αλήθεια, τη σιωπή».

Όμως δε θα το έλεγε κανένας άνθρωπος γιατί πολύ την αποδοκιμασία των άλλων θα φοβόταν, τα πώς και τα γιατί, και τις φράσεις των δελτίων που με στόμφο και ενθουσιασμό για έναν άνθρωπο τέτοιο θα μιλούσαν.

Η σιωπή θα έμενε το κοινό μυστικό μας,

Θα ήταν το πρώτο που θα άπλωνα το χέρι να κουβαλήσω μαζί μου.

Και σίγουρα, το τελευταίο.

Σου φωνάζει η γυναίκα, να τη βοηθήσεις, ξέχασε  πάνω στο έδαφος το λαιμό και το στήθος της, και η θέση τους είναι κάτω από το έδαφος πια, μαζί της.

Θα σου έλεγα εκείνη τη στιγμή, πως, τόσο σημαντικό είναι να πας και να σηκώσεις με τα χέρια σου τα μέλη της, να την κοιτάξεις καλά και να της αφήσεις τα κομμάτια μέσα στη γη, όχι λόγω κάποιας ανωτέρας ηθικής, αλλά είναι που, χωρίς αυτά δεν είναι «αυτή», δεν είναι «η γυναίκα», το σώμα της την έχει καθορίσει, χωρίς αυτό δεν έχει ούτε λόγο ο θάνατός της.

Και θα πήγαινες. Γιατί θα ήθελες κάτι να έχει λόγο

κι ο θάνατος να έχει κάτι.

Μα είναι που δε βγαίνει ήχος μέσα απ’ τη λάσπη επάνω στην από χρόνια σαπισμένη μου γλώσσα.

Και που είμαι εγώ η γυναίκα
 και δεν μπορώ να μιλάω σαν δεύτερος επάνω στον εαυτό μου, μου το έχουν απαγορέψει κι αυτό, και του έχω απαγορέψει κι εγώ του εαυτού.

Αλλά είναι που πιο πολύ, η γυναίκα είναι ένας απ τους πολλούς νεκρούς σου

και είμαι εγώ η γυναίκα, και ξέχασα εκείνο το βουνό δίπλα στα χείλη, το απ’ τα πολλά χαμόγελα και τις ειρωνίες βουνό, και ξέχασα και τη σκόνη πάνω του σαν χιόνι,
μόλις τώρα το θυμήθηκα, μόλις τώρα που έβαλες τα χείλη σου σ’ εκείνο το στο τέλος του κρανίου κενό.

Σε ευχαριστώ

αλλά κλείσε λίγο την πόρτα όταν φεύγεις
γιατί άρχισε να βρέχει
κι όπως σου είπα, πια φοβάμαι τη βροχή.

Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2013

στο παρκάκι ανάμεσα απ' τα δέντρα που όλα τα φύλλα τους έχουν ρίξει...

έτσι είναι και η ζωή μας
όπως τα δέντρα

όπως ο ήλιος
καμιά φορά βγαίνει ανάμεσα απ' τα σύννεφα
κι άλλες φορές
χάνεται μέσα σ' αυτά
εγκλωβισμένος


Περάσματα είμαστε
 απ' τη ζωή κάποιου άλλου...


υγ: Μίλησα σε εκείνο το κορίτσι
κοντά στα δέκα
στο τέλος της είπα "γεια σου"
και μου απάντησε "γεια σας"
και κάπως έτσι μαθαίνω ότι μεγάλωσα λίγο
δεν είμαι πια παιδί...
(τι έκανα λάθος;)