Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2011

Εποχή άπειρων αποχρώσεων και μηδέν χρωμάτων


                                                               

Ζούμε στην εποχή των άπειρων αποχρώσεων και των μηδέν χρωμάτων.

Μπαίνουμε βγαίνουμε τυφλωμένοι απ' τα φώτα της πλάνης σε κλαμπ και καταστήματα τράπεζες και εμπορικά κέντρα
αγανακτούμε με τους δίπλα μας που βρίζουνε και πετάμε κάτω τις γόπες απ' τα τσιγάρα μας, μόλις ξεφεύγουμε απ' τον πειρασμό να τα σβήσουμε πάνω μας.

Γεμίζουμε τους δρόμους μας με τα αυτοκίνητά μας ακούμε στη διαπασών στην πυρά με τις ξενέρωτες χτυπάμε ρυθμικά το χέρι μας στο τιμόνι επαναλαμβάνουμε τους στίχους χρησιμοποιώντας την κενότητά τους για να ξεφύγουμε απ' τις πραγματικές αισθήσεις μας κορνάρουμε και βιαζόμαστε να ξεφύγουμε απ' τον κόσμο φοράμε τη γραβάτα μας τη γόβα μας και αναβαθμιζόμαστε παίρνουμε αγκαλιά έναν άνθρωπο και κοιτάμε το ρολόι βουλιάζουμε στον καναπέ μας και ξεφεύγουμε μέσα στο τσιμέντο της ανακαινισμένης πολυκατοικίας μας η και μη.

Βλέπουμε ανθρώπους να τσιρίζουν στις τηλεοράσεις μας τους βαφτίζουμε οικογένειά μας και αναλύουμε τα διαζύγιά τους διασκεδάζουμε με τις σειρές που κάνανε τους ομοφυλόφιλους αστεία και τις απεργίες ανέκδοτα. Οι κομπάρσοι είναι οι διαμαρτυρόμενοι που παίζουν τάβλι και οι πρωταγωνιστές οι δευθυντές που μας αρέσει να ταυτιζόμαστε, στον τοίχο κρεμούν την παπαρήγα και ο σαββόπουλος τραγουδάει στο βιετνάμ πυρπόλησαν το ρύζι.
Στις διαφημίσεις οι γυναίκες μαγειρεύουν χαρωπά και οι άντρες παίζουν στοίχημα με ζήλο κλείνουμε την τηλεόραση και στα όνειρά μας βλέπουμε τις πόρσε και τη βόνταφον τα σαμπουάν και τα παριζάκια υφαντής τον ολυμπιακό και τη μενεγάκη.

Κι όταν ξυπνάμε νομίζουμε πως είμαστε υπερήρωες με λίγα λίπη παραπάνω.

Αγαπάμε τα κόκκαλα του μοντέλου στις αφίσες μας ξεχνάμε τα πρόσωπα των ανθρώπων στα σπίτια μας κι όταν κοιτάζουμε τα δικά μας πρόσωπα τρέμουμε γιατί δεν αναγνωρίζουμε τα είδωλά μας. Δεν είναι που άλλαξαν τα χαρακτηριστικά μας, είναι που δεν υπάρχουν καν πίσω από τα καινούρια  μεικ απ μας τις πρόωρες ρυτίδες στα μέτωπά μας τις ανασφάλειες και την ανυπαρξία μας.
Ιδρώνουμε απ' τα χρέη μας κλείνουμε τα μάτια των παιδιών μας για να μην βλέπουν πίνουμε τις μπύρες μας και φτύνοντας αποκαλούμε τη νεολαία μας αλήτες.
Στις δεκαεφτά του νοέμβρη θυμόμαστε να θρηνήσουμε τα θύματά μας αν αποδεχόμαστε ότι υπήρξαν, δεν ξέρουμε να κλάψουμε για τα σημερινά θύματα που βλέπουμε στον καθρέφτη μας και τα σημερινά «πολυτεχνεία» θεωρούμε αναίτιες κινήσεις καθοδηγούμενες από εξτρεμιστές και προδότες του έθνους.
Όμως προστατεύουμε το έθνος μας δέρνοντας μετανάστες
μαχόμενοι να μην κλέψει κανείς το όνομα της χώρας του «ένοπλου εξερευνητή» και ήρωά μας αλέξανδρου,
και μέγα,
και αφήνουμε τους φαντάρους να σκοτώνονται στον αέρα για να δοκιμάσουμε τα πανάκριβα F16 μας.
Αφήνουμε όλα τα χρωστούμενα για τους ολυμπιακούς, οπου θα διαφημίσουμε εταιρίες που δουλεύουν 6χρονα παιδιά, στους απογόνους μας που αποστηθίζουν, χαίρονται με την αποτυχία των συμμαθητών τους και μαθαίνουν να κλίνουν το ρήμα «ειμι» για μια θεσούλα στο δημόσιο.
Και στο μέλλον τους, που δεν μπόρεσαν ούτε να φανταστούν κάπως αλλιώς για διάρκεια πάνω από ένα δεκέμβρη μήνα, πίσω από το γραφείο τους, σε κάποιο μέρος που μισούν να ζουν ή δεν έχουν άποψη για αυτό, με τη βεβαίωση του ασεπ, τη λίστα για το σουπερμαρκετ και την αίτηση για δάνειο στην τσέπη, μονολογούν
Ειμι
Ει
Εστι
Εσμεν
Εστε
Εισιν

και δεν ξέρουν τι σημαίνει  ΕΙΜΑΙ.

Το μόνο που μπορούν να δουν είναι αποχρώσεις του γκρι
και δεν έχουν αγγίξει ποτέ ένα χρώμα γιατί φοβούνται μη λερωθούν.


(από δεκέμβρη του '09)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου